Μίκης Θεοδωράκης: Έφυγε ο Έλληνας

Μίκης Θεοδωράκης: Έφυγε ο Έλληνας

theodorakis

Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν φεύγει κάποιος με τον οποίο μεγαλώσαμε, μου ΄ρχεται στο μυαλό αυτό που έγραψε ο Φρέντι Γερμανός όταν πέθανε η Αλίκη Βουγιουκλάκη…

Σήμερα κηδέψαμε τη νιότη μας…

Με την εκδημία του Μίκη, συμβαίνει κάτι πιο σοβαρό…

Σήμερα κηδέψαμε ένα κομμάτι όχι της νιότης ή της ζωής μας, αλλά της πατρίδας μας!

Δεν ξέρω εάν στις εντολές που έχει αφήσει ο Μίκης για την κηδεία του προβλέπεται η εκφώνηση επικηδείων λόγων…

Εάν ναι, κάποιος πρέπει να τον… αναστήσει, όπως έκανε στις 28 Φεβρουαρίου του 1943 καταμεσής του χειμώνα στη γερμανοκρατούμενη Αθήνα ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλοντας το ποίημα του αποχαιρετισμού του στον Κωστή Παλαμά…

“Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα”!

Και το φέρετρο του Μίκη θα ακουμπά η Ελλάδα και συνάμα -όσο παράδοξο ή μακάβριο κι αν ακούγεται- μέσα από αυτό το φέρετρο θα παίρνει ζωή…

Η αιωνοποίηση ενός θνητού

“Τράνταζε ο Σικελιανός. Το ποίημα δεν ξέρω αν είναι από τα μεγάλα του. Εκείνη την ώρα τάραξε τις ψυχές και πολλοί κλαίγανε. Έδωκε τον τόνο. Δεν υπήρχε θάνατος πια. Τελούνταν μπρος μας η αιωνοποίηση, η αποθέωση ενός θνητού. Η θλίψη την αντικαθιστούσε μια πνοή θριάμβου” είπε εκ των υστέρων περιγράφοντας την ατμόσφαιρα στην κηδεία του Παλαμά, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος.

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, τώρα που πάλι τελείται μπρος μας η αιωνοποίηση, η αποθέωση ενός θνητού…

Του Μίκη. Του Μίκη μας!

Στο ιδιόχειρο σημείωμα μου άφησε στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, ο Μίκης είχε γράψει ότι θέλει να φύγει από αυτό τον κόσμο σαν κομμουνιστής.

Θα ‘φυγε φαντάζομαι τιουτοτρόπως, με περισσότερο έφυγε σαν Έλληνας: και επειδή το ομοιωματικό μόριο (όπως το χρησιμοποίησε και ο Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημα του για τον Σιμόν Μπολίβαρ) δεν του ταιριάζει και δεν τον αντιπροσωπεύει), δεν του ταιριάζει, ποιητική αδεία τολμώ να παραφράσω τον στίχο…

Πιο Ελληνας πεθαίνεις!

Ο Μίκης δεν έφυγε ούτε καν ως Έλληνας…

Ο Μίκης έφυγε Έλληνας!

Αναντάμ παπαντάμ Έλληνας.

Πιο Έλληνας δεν γίνεται.

Πιο Έλληνας πεθαίνεις!

Και πέθανε, αλλά θα ζει αιωνίως…

Γεννήθηκε Έλληνας, έζησε Έλληνας, έφυγε Έλληνας και θα μνημονεύεται Έλληνας εις τους αιώνας των αιώνων.

Η δοξαστική μυρσίνη

Ο Μίκης ήταν και θα συμβολίζει το πάθος και την ψυχή της Ελλάδας, που, όπως είχε γράψει κάποτε ο Νίκος Καζαντζάκης, επιζεί με από διαδοχικά θαύματα!

Και επιζεί και τη φωτίζει της δικαιοσύνης ο ήλιος ο νοητός και την κάνει να ευωδιάζει η μυρσίνη η δοξαστική…

Δεν ξέρω σε ποια θέση ιεραρχούσε ο Μίκης αυτό το ποίημα από το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, αλλά η γενιά μου μεγάλωσε με δαύτο…

Ήταν το 1977 όταν πρωτοβγήκε ο δίσκος, είχε πέσει η Χούντα, ζούσαμε στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, ήμασταν ατίθασα νιάτα που τελειώναμε το Γυμνάσιο και μπαίναμε στο Λύκειο.

Η τότε μαθητιώσα νεολαία χρειαζόταν έναν βάρδο που τον βρήκαμε στο δικό του πρόσωπο…

Αγέρωχος, στιβαρός, αεικίνητος με τις στάλες του ιδρώτα να χαρακώνουν τη σκηνή των συναυλιών…

Το έπαιζα στη μελόντικα!

Σε κάθε εκδήλωση στο σχολείο, γινόμασταν όλοι μια χορωδία για να το τραγουδήσουμε και να νιώσουμε όλα τα δυνατά συναισθήματα που εξέπεμπαν οι στίχοι του Ελύτη, οι δονήσεις της μουσικής του Μίκη, η φωνή του Μπιθικώτση…

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Γελώ τώρα που το γράφω, αλλά μολονότι στη μουσική ήμουν σκράπας, με τη μελόντικα που ήταν υποχρεωτική στο μάθημα του Απόστολου Ζυγούρη στην Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή, δυο τραγούδια αξιώθηκα να μάθω να παίζω…

Το ένα ήταν αυτό…

Το άλλο, τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα!

Ο νεφεληγερέτης Ζευς

Τότε ο Μίκης έβγαλε από μέσα μας τον πατριωτισμό, το ανήσυχο πνεύμα, την επαναστατική ορμή, τη μεταδικτατορική στράτα και για όλα αυτά (και για πολλά άλλα) η γενιά μου τον ευχαριστεί.

Τον ευγνωμονούμε και κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ μπροστά στην πατρική φιγούρα του, σε έναν βάρδο που σημάδεψε τις ψυχές, τις καρδιές και τις ζωές μας…

Ο Μίκης ήταν και θα παραμείνει από εκεί ψηλά που θα ανοιγοκλείνει τις χερούκλες του, ένας βάρδος.

Εάν ήταν θεός του Ολύμπου, δεν το συζητώ: θα ήταν ο νεφεληγερέτης Ζευς!

Εάν ήταν ποδοσφαιριστής, δεν υπάρχει αμφιβολία: θα έπαιζε ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο!

Εάν ήταν μπασκετμπολίστας, θα αποτελούσε τον εγκυκλοπαιδικό ορισμό του all around!

Έκανε τον Μπετόβεν να παίζει μπουζούκι και τον Μπιθικώτση να άδει σονάτες…

Έβαλε τους μεγάλους και κατά το μάλλον ή ήττον στρυφνούς και πάντως απρόσιτους ποιητές στα πικ απ των σπιτιών μας και μας μύησε στον «Αξιον Εστί» του Ελύτη, στον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και δεν συμμαζεύεται…

Έγραψε από μεγάλα συμφωνικά έργα (που ήταν ο μεγάλος καημός του) μέχρι λαϊκά τραγούδια και πάει λέγοντας…

Πάει λέγοντας και πάει κλαίγοντας για ένα έθνος που νιώθει πως από σήμερα το πρωί ορφάνεψε…

Σαν πληγωμένα άλμπατρος

Ήταν όντως μια πατρική φιγούρα ο Μίκης.

“Μέχρι σήμερα το πρωί, ο επιφανέστερος εν ζωή Έλληνας», όπως τον αποκάλεσε σήμερα το πρωί ο Γιώργος Λιάνης…

Μια κολώνα της Ακρόπολης”, σχολίασε ο Μανώλης Μητσιάς…

Εχω ξαναγράψει ότι είμαι μέγας θιασώτης του στιλ και των εκφράσεων του Γιώργου Λιάνη που παρεμπιπτόντως τον Ιούνιο του ’87 είχε γράψει ότι στην υψικάμινο του Γκάλη τήκονται οι καημοί μιας ολόκληρης πατρίδας και πως ο Γιαννάκης μας πήρε με το αερόστατο του και μας πήγε στο φεγγάρι!

Σήμερα το πρωί λοιπόν στο Open, ο Λιάνης περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο διεύθυνε τις εκάστοτε ορχήστρες του ο Μίκης, ξεφούρνισε μια ατάκα που με έκανε να χάσκω σαν τον χάνο…

Ανοιγόκλεινε και ανεβοκατέβαζε, λέει, τα χέρια του που εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν σαν πληγωμένα άλμπατρος!

Τι λες τώρα!

Σε μια χώρα που πολλοί υποφέρουν από κληρονομικό ή επίκτητο νανισμό και μικραίνουν από μόνοι τους, μικραίνοντας κιόλας τον περίγυρο τους, ο Μίκης υπήρξε ένας γίγας.

Ως δημιουργός με τον πλουραλισμό, το ταλέντο και την ιδιοφυία του ξέφυγε από τα κοινά μέτρα και διάνοιξε δρόμους αχαρτογράφητους, απάτητους, άγνωστους…

Η συνέντευξη στο “Φως” το 1965

Εκτός των άλλων έχει το ενδιαφέρον της η αγάπη του Μίκη για τον αθλητισμό και για τον Ολυμπιακό…

Στις 31 Μαρτίου του 2020, το «Φως των Σπορ» αναδημοσίευσε μια μεγάλη σε έκταση συνέντευξη που είχε δώσει ο Μίκης στην ίδια εφημερίδα, στον δημοσιογράφο Αρη Μελισσινό, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1965! Ιδού η συνέντευξη:

Ο Μ. Θεοδωράκης εξομολογείται: “Λατρεύω τον Ολυμπιακό από τα παιδικά μου χρόνια!”

“Εθαύμαζα τον Γιάννη Βάζο κι όταν τελευταία συναντηθήκαμε σε μία ταβέρνα της Κοκκινιάς, ρίγησα από συγκίνηση…! – Έπαιζα κι εγώ ποδόσφαιρο στον… Ολυμπιακό Αργοστολίου – Ο Μάρτον Μπούκοβι θα δημιουργήσει έναν θαυμάσιο Ολυμπιακό, αντάξιο της ιστορίας του…!”

Τα δάκτυλά του χαΐδεψαν απλά το πιάνο και στο δωμάτιο πλημμύρισε γλυκειά, δροσιστική, ανάλαφρη η μελωδία… “Σε πότισα ροδόσταμο με πότισες φαρμάκι…”.

Ύστερα χαμογελώντας αινιγματικά, επανέλαβε: -Με πότισες φαρμάκι… Τον κοίταξα περίεργα. Ήθελα να τρυπώσω μέσα στη σκέψη του…

-Μιλάς για τη ζωή, Μίκη; τόλμησα να ρωτήσω, καθώς η όμορφη μελωδία είχε ήδη απλωθεί σ’ όλο το δωμάτιο του διάσημου Έλληνα μουσικοσυνθέτη.

Με αποστόμωσε:

Μιλώ για τον… Ολυμπιακό!

Και καταλαβαίνοντας την περιέργεια μου, συνέχισε:

-Σαν οπαδός του, τον πότισα κι’ εγώ – όπως και ο αμέτρητος ηρωικός λαός του- με το ροδόσταμο μίας απίστευτης αφοσιώσεως και λατρείας. Μα, στα τελευταία χρόνια, τούτος ο άλλοτε αδάμαστος του ποδοσφαίρου μας, όλου εμάς που τον ακολουθούμε πιστά μας πότισε…

-Φαρμάκι!

-Ακριβώς

Ο Μίκης Θοδωράκης είχε ήδη μιλήσει για τον “καημό” του.

theo Ώρα, όμως, να κουβεντιάσουμε με τον Μίκη. Που κάθεται αντίκρυ μας, έτοιμος να μιλήσει για την μπάλα, αποκαλύπτοντας, μάλιστα, πως υπήρξε κι αυτός κάποτε ποδοσφαιριστής και -να η πρώτη… έκπληξη-…ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ!

-Ναι, είναι αλήθεια, λέει με πειστική φωνή ο Μίκης. Μόνο που δεν πρόκειται για τον μεγάλο Ολυμπιακό! Στο Αργοστόλη της Κεφαλλονιάς, όπου μεγάλωσα, ήταν μανία μου το ποδόσφαιρο. Μπάλα έπαιζα και στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, αλλά και στην ομάδα της γειτονιάς μου που, “ερυθρόλευκοι” οι περισσότεροι την είχαμε ονομάσει Ολυμπιακό!

-Μήπως, σαν οπαδός του Ολυμπιακού απ’ τα παιδικά σου χρόνια, έχεις καμιά ανάμνηση που να σχετίζετα με την θρυλική ομάδα… Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη. Ο Μίκης έχει έτοιμη την απάντηση:

-Ναι, θυμάμαι πως είχα σαν είδωλο τότε, τον Γιάννη Βάζο. Και, ομολογώ, πως ένιωσα ιδιαίτερη συγκίνηση όταν, τώρα τελευταία, αντάμωσα σε κάποια ταβέρνα της Κοκκινιάς τον Βάζο και γνωριστήκαμε από κοντά… Τού σφιξα με θαυμασμό το χέρι κι αμέσως αναπόλησα τις υπέροχες στιγμές που – παιδί χωμένος σε μία άκρη του Ποδηλατοδρομίου- πλημμύριζα με αγαλλίαση όταν πανούργος σέντερ φορ, φιλοδωρούσε κάθε αντίπαλο τερματοφύλακα με γκολ… με πολλά γκολ…

-Τώρα Μίκη, ποιον “ερυθρόλευκο” άσο έχεις είδωλό σου;

-Τώρα μεγάλωσα… Η δουλειά, η οικογένεια, οι υποχρεώσεις, μου έχουν αφαιρέσει κάθε φανατισμό για τοι ποδόσφαιρο. Θέλω να πηγαίνω στο γήπεδο, μα δεν έχω πάντα τον απαιτούμενο χρόνο. Έτσι, μοιραίως, υποχρεώνουμαι να ζω χωρίς φανατισμό την ποδοσφαιρική ζωή του τόπου μας, διατηρώντας, ωστόσο, άσβεστη την αγάπη μου για τον Ολυμπιακό… Συνεπώς, στα “είδωλα” ανάμεσα απ’ τους τόσους άσους που πέρσαν και περνούν απ’ το ποδόσφαιρό μας, εξακολουθεί να παραμένει μόνο ο Γιάννης Βάζος… Πιστεύω ότι, για τούτη την… ιδιοτροπία μου, θα με συγχωρήσουν οι σύγχρονοι “ερυθρόλευκοι” ή και οι ποδοσφαιρισταί των άλλων ομάδων.

-Απ’ όσα ματς έχεις δει τελευταίως, ποιες είναι οι εντυπώσεις σου για τον Ολυμπιακό;

-Όχι και τόσο κολακευτικές. Έχω διαπιστώσει πως εξακολουθεί να διατηρεί κάποιο δυναμισμό, αλλά του λείπει το σύστημα. Μα, νομίζω, πως τώρα, με την παρουσία μιας παγκοσμίου ποδοσφαιρικής αυθεντίας -όπως είναι ο Μάρτον Μπούκοβι- ο Ολυμπιακός θα καλύψει τούτη την έλλειψη του και θα γίνει πλήρης σαν ποδοσφαιρικό συγκρότημα.

-Με δύο λόγια, πιστεύεις πολύ στην παρουσία του Μπούκοβι στον Ολυμπιακό.

-Ανέκαθεν πίστευα πως είναι απαραίτητο στον ελληνικό αθλητισμό οι εγνωσμένης αξίας τεχνίται. Γι’ αυτό, κι εγώ προσωπικά, προσπάθησα και βοήθησα όσο μπορούσα για να έλθει ο Μπούκοβι στον Ολυμπιακό, κάνοντας – όταν ζήτησε την συμπαράσταση μου ο κ. Λαναράς – διαβήματα τόσο προς τον εδώ Ουγγαρέζο πρεσβευτή, όσο και προς το υπουργείο των Σπορ της Ουγγαρίας. Τα συγχαρητήρια που μου έδωσε, εκ μέρους του Ολυμπιακού, ο κ. Γκούμας, με συνεκίνησαν γιατί μου έδωσαν να καταλάβω πως κάτι έκαμα κι εγώ για την αγαπημένη μου ομάδα…

theo2 Η Μαργαρίτα -η κορούλα του Μίκη- τρυπώνει στο δωμάτιο. Φορά ένα ασπροκόκκινο φουστανάκι, πράγμα που αμέσως αντιλαμβάνεται ο φωτορεπόρτερ Νικολάτος και παρατηρεί τον φανατισμό για τον Ολυμπιακό που τώρα…

-Τώρα…

-Τώρα, όπως άλλωστε είπαμε, έχει μετριασθεί με αποτέλεσμα να βλέπω γενικότερα το ποδόσφαιρο και τον ελληνικό αθλητισμό.

-Και ποιες είναι, Μίκη, οι σκέψεις σου γι’ αυτόν;

-Στο ποδόσφαιρό μας υπάρχουν αναμφισβήτητα αξιόλογες μονάδες και θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια παγκοσμίου κλάσεως εθνική ομάδα. Θα μπορούσαμε ακόμα, στον κλασικό αθλητισμό, να γίνουμε ένας λαός ολυμπιονικών. Τι λέιπει, άραγε, από τον Έλληνα αθλητή; Τα σωματικά, ψυχικά και ηθικά προσόντα; Αναμφισβήτητα όχι. Συνεπώς, εκείνα που του λείπουν είναι μόνο τα τεχνικά μέσα και η αθλητική αγωγή από την παιδική ηλικία. Αν, συνεπώς, ο αθλητισμός και το ποδόσφαιρο μπουν στο σχολείο ΣΑΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΘΗΜΑ, αν καταργηθεί το “πάνω τα χεράκια – κάτω τα χεράκια” και δημιουργηθούν στα σχολέια σκάμματα και βαλβίδες, τότε δεν είναι δυνατόν παρά ο αθλητισμός μας να γνωρίσει τις καλές μέρες του παρελθόντος…

-Ακόμα, συνέχισε ο Μίκης, πρέπει να επέλθει και κάποια εξυγίανση στο ποδόσφαιρο. Ναι, κυρίως, να λείψουν οι σικές αγώνες που κοντεύουν να κάνουν το φουτ-μπολ σαν τα… άλογα του Ιπποδρόμου! Και, τέλος, να μπουν οι κατάλληλοι άνθρωποι στις διοικήσεις των σωματείων. Γιατί, είναι απαράδεκτο στους μεγάλους συλλόγους να μην μπορούν να γίνουν διοικητικά μέλη οι παλαιοί αθληταί, απ’ την προσφορά των οποίων οι “μεγάλοι” απέκτησαν την δόξα και την όμορφη ιστορία τους…

Ολοκληρώθηκε γύρω απ’ τον Ολυμπιακό, το ελληνικό ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό μας, η συζήτηση με τον Μίκη.

Χρειάστηκε, ωσ΄τοσο, πριν αποχαιρετήσουμε τον κοσμαγαπητό αναμορφωτή του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, να μιλήσουμε και λίγο, γύρω απ’ το μουσικό του έργο.

-Πόσα τραγούδια έχεις γράψει Μίκη;

-Γύρω στα 150.

-Με το λαϊκό τραγούδι πότε πρωτοασχολήθηκες;

-Το 1960, αρχίζοντας από τον “Επιτάφιο”.

-Ποιο είναι το τραγούδι που αγάπησες περισσότερο;

-Είναι δύσκολη η διάκριση. Είναι αυτό που λέμε “ήταν όλα τους παιδιά μου…”. Πάντως, νομίζω πως το “Σε πότισα ροδόσταμο” έχει κερδίσει μία κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια στην καρδιά μου.

-Ο κόσμος, ποιο τραγούδι σου νομίζεις ότι πιο πολύ αγαπήσει;

-Απ’ ότι μπορώ να ξέρω, ο “Καημός”, το “Διψάσαμε ένα μεσημέρι” και το “Στρώσε το στρώμα σου για δυο” αγαπήθηκαν πάρα πολύ…

-Από πού πηγάζουν οι εμπνεύσεις σου;

-Από γενικές περιστάσεις και όχι από μεμονωμένα γεγονότα.

-Ετοιμάζεις τίποτα καινούργιο;

-Ναι. Μία νέα σειρά λαϊκού τραγουδιού, την οποία θα αποδώσει μία νέα καλλιτέχνις.

Είχαμε -πριν πέντε λεπτά- αποχαιρετήσει τον Μίκη Θεοδωράκη και στο ταξί που μας μετέφερε απ’ τη Νέα Σμύρνη στην Αθήνα, ακουγόταν το “Συρτάκι” του Ζορμπά. Να ξερε, άραγε, ο ταξιτζής, που είχε βάλει τπν δίσκο στα πικ απ, πως οι επιβάτες του μιλούσαν προ ολίγου με τον δημιουργό τούτης της επιτυχίας, πούχει ξεπεράσει τα σύνορα της πατρίδας μας και συγκλονίζει ολόκληρο κόσμο;…

ΥΓ: Καλοστραθιά στον παράδεισο να έχει ο Μίκης. Θα τρίβει τα χέρια του ο Πανάγαθος και θα τον ταράξει στις εντολές και στις παρακλήσεις να του γράψει καινούργιες μελωδίες…

Δείτε περισσότερες ειδήσεις και θέματα σπορ και στοίχημα:

Δείτε περισσότερα και για άλλα θέματα που σας αφορούν:

[vc_row][vc_column width="1/3"][vc_column_text]

[/vc_column_text][/vc_column][vc_column width="1/3"][vc_column_text]

[/vc_column_text][/vc_column][vc_column width="1/3"][vc_column_text]

[/vc_column_text][/vc_column][/vc_row]

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *